Ιστορία & Αξιοθέατα


Ιστορία

Η αρχαία πόλη, η οποία είχε ιδρυθεί από αποίκους της Κεφαλληνίας βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από τον σημερινό οικισμό. Κυριεύτηκε από τους Αθηναίους κατά τον πελοποννησιακό πόλεμο και αργότερα εντάχθηκε στην Αιτωλική Συμπολιτεία. Κατά τη βυζαντινή περίοδο, γνώρισε ιδιαίτερη ακμή ως επαρχιακό κέντρο με την ονομασία Δραγαμέστο.

Κατά την αρχαιότητα βρέθηκε στο επίκεντρο της διαμάχης Αθηναίων και Πελοποννησίων και είναι γνωστός για την ιστορία του τυράννου Ευάρχου, ο οποίος απομακρύνθηκε από τους Αθηναίους. Η πόλη συνέχισε να ακμάζει και κατά τα ελληνιστικά χρόνια και γνώρισε την παρακμή μετά την κατάκτησή της από τους Ρωμαίους. Το 30 π.Χ. θεμελιώθηκε η Ακτία Νικόπολη και οι πληθυσμοί της Ακαρνανίας (μαζί και της περιοχής του Αστακού) αναγκάστηκαν να εποικήσουν τη νέα πόλη.

Η ύπαιθρος ερημώνει και τα ίχνη της πόλης χάνονται μέχρι τη βυζαντινή περίοδο, καθώς το κέντρο όλης της δραστηριότητας της περιοχής αποτελεί πλέον η περιοχή γύρω από το κάστρο του Δραγαμέστου το οποίο προστάτευε τα περάσματα προς την ενδοχώρα και επόπτευε την κίνηση στον κόλπο.

Η πρώτη μνεία στη βυζαντινή Δραγαμεστό γίνεται από τον Κ. Ακροπολίτη στα 1250 μ.Χ., ο οποίος εξιστορεί τα γεγονότα των αραβικών επιδρομών του 9ου αιώνα. Μετά την Άλωση του 1204, ο Αστακός ακολούθησε τη μοίρα της Ακαρνανίας και υπάχθηκε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Έκτοτε θα αλλάξει αρκετούς αφέντες: συμπεριελήφθη στο κράτος του Στέφανου Ντουσάν, πέρασε στα χέρια του Αλβανού Μπούα Σπάτα, ενδιάμεσα κατελήφθη προσωρινά από τον άρχοντα της Λευκάδας Λεονάρδο Τόκκο ενώ αποτέλεσε μήλον της έριδος ανάμεσα στις ιταλικές οικογένειες των Φόσκαρι και των Τόκκων.

Η πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας και η εξάπλωση των Οθωμανών οδήγησαν στην υποδούλωση της περιοχής στην Υψηλή Πύλη. Το 1571 ο στόλος των Ιταλών και των Ισπανών ελλιμενίζεται στο μικρό λιμάνι της περιοχής και διώχνει (προσωρινά) τους Τούρκους. Αξίζει να σημειωθεί ότι η τελική φάση της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου πραγματοποιήθηκε στις εκβολές του Αχελώου, ανάμεσα στον κόλπο του Αστακού και τη θαλάσσια περιοχή των Εχινάδων. Η περιοχή διέρχεται μια σύντομη Βενετοκρατία από το 1684 ως το 1699, οπότε και περνά και πάλι στα χέρια των Οθωμανών σύμφωνα με τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς.

Ο σύγχρονος Αστακός χρονολογείται στις αρχές του 1700 από κατοίκους των Ιονίων νήσων, της Ηπείρου και της Ευρυτανίας. Η αρχική θέση του ήταν στη Σκάλα (λιμάνι) Δραγαμέστου. Το 1704 ιδρύεται το πρώτο “μαγαζί” (αποθήκη) στη Σκάλα και μετά το 1718 ανθίζει το εξαγωγικό εμπόριο προς τη Γαλλία. Το 1797 και σύμφωνα με τη συνθήκη του Καμποφόρμιο, η περιοχή περνά στους Γάλλους. Η γαλλική κυριαρχία θα κρατήσει μόνο δύο χρόνια και θα λήξει το 1799. Κατά τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής κατάκτησης το λιμάνι θα χρησιμοποιηθεί από τον Αλή-Πασά για εμπόριο βελανιδιού, ξυλείας, κρέατος, σιταριού και καλαμποκιού.

Ο Αστακός και η ευρύτερη περιοχή συμμετέχουν ενεργά στον ξεσηκωμό του 1821: για λίγο καιρό, εδώ στρατοπεδεύει ο Πετρόμπεης και έπειτα ο Καραϊσκάκης και ο Τσωρτς. Μετά την απελευθέρωση, ο Αστακός συμπεριελήφθη στο νεοσύστατο κράτος και έγινε κέντρο του ομώνυμου Δήμου. Η κοινωνία του σταδιακά μετασχηματίστηκε με τη δραστηριοποίηση των πλοιοκτητών και των εμπόρων. Κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μάλιστα, διακοσμήθηκε με όμορφες νεοκλασικές οικίες από τις οποίες σήμερα κάποιες έχουν κριθεί διατηρητέες. Παλιότερα, ο Αστακός ήταν σημαντικό κέντρο εξαγωγής βελανιδιού από το γειτονικό βελανιδόδασος Ξηρομέρου, ενώ τα τελευταία χρόνια ελπίζει σε οικονομική ανάπτυξη με την ολοκλήρωση και λειτουργία του νέου μεγάλου λιμανιού στο Πλατυγυάλι.

Η Ναυμαχία των Πυρπολικών (Ναυμαχία του Δραγαμέστου)
Στη περιοχή του κόλπου του Αστακού έλαβε χώρα στις 21 Νοεμβρίου 1825 η Ναυμαχία του Δραγαμέστου. Ήδη από τον Απρίλη του 1825, το Μεσολόγγι τελούσε υπό πολιορκία, με τον Μεχμέτ Ρεσίτ Πασά Κιουταχή να έχει πάρει εντολή από το σουλτάνο “ή το Μεσολόγγι, ή το κεφάλι σου!”.

Την εποχή εκείνη (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1825) είχε στρατοπεδεύσει στην περιοχή (μονή Προφήτη Ηλία και αποθήκες Σκάλας) ο οπλαρχηγός Καραϊσκάκης, ο οποίος προκαλούσε σημαντικές φθορές στην τουρκική γραμμή ανεφοδιασμού Μεσολόγγι-Καρβασαράς (σημ. Αμφιλοχία), ενώ συνεργαζόταν και με το στόλο για τον ανεφοδιασμό του Μεσολογγίου. Από τη θάλασσα, ο ναύαρχος Μιαούλης έσπαγε συνεχώς τον κλοιό των τουρκικών πλοίων και μετέφερε εφόδια στην πολιορκημένη πόλη. Από τον Οκτώβρη του 1825 όμως, είχαν καταφθάσει και τα πλοία των Αιγυπτίων και η πολιορκία εντάθηκε. Στις 20 Νοέμβρη, καταπονημένος από την προσπάθεια, ο στόλος του Μιαούλη ελλιμενίστηκε στον νησάκι Πεταλάς. Τα πλοία του αντιναύαρχου Σαχτούρη εκτελούσαν περιπολίες ανάμεσα στα νησάκια των Εχινάδων για να κρατούν ανοικτή τη δίοδο προς το Μεσολόγγι. Τα ξημερώματα της 21ης Νοεμβρίου έγιναν αντιληπτά από τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο και κινήθηκαν προς τον κόλπο του Αστακού. Οι Αιγύπτιοι, έχοντας τον άνεμο με το μέρος τους, επιτέθηκαν πρώτοι σε ένα ελληνικό πυρπολικό αλλά αυτό με έναν επιδέξιο ελιγμό κατάφερε να ξεφύγει. Στη συνέχεια, τα ελληνικά πλοία επιτέθηκαν στο μεγαλύτερο και κατάφεραν να ανάψουν φωτιά στο κατάστρωμα. Οι Αιγύπτιοι ναύτες το εγκατέλειψαν έντρομοι και τα ελληνικά πλοιάρια το αποτελείωσαν ακυβέρνητο στις ακτές μιας νησίδας. Τα υπόλοιπα εχθρικά πλοία εκδιώχθηκαν από τις κανονιές των Ελλήνων. Η ναυμαχία διήρκεσε περίπου πέντε ώρες και οι ανταλλαγές πυρών συνεχίστηκαν μέχρι την επόμενη μέρα. Στη ναυμαχία σκοτώθηκαν δύο πλοίαρχοι του εχθρού ενώ από τους Έλληνες αρκετοί ναύτες πληγώθηκαν. Μετά τη ναυμαχία, φορτώθηκαν εκ νέου από το λιμανάκι του Πεταλά προμήθειες για το Μεσολόγγι.

Το κάστρο του Δραγαμέστου
Πάνω σε ένα ύψωμα βόρεια της σημερινής κωμόπολης του Αστακού και ανάμεσα στον Αστακό και το χωριό Καραϊσκάκης στέκουν τα ερείπια των οχυρώσεων του αρχαίου Αστακού και της μεσαιωνικής Δραγαμεστού ή Δραγαμέστου. Η συνολική έκταση της τοποθεσίας είναι περίπου 108 στρέμματα και η οχύρωση χωρίζεται σε δύο τομείς με ένα διατείχισμα 410 μέτρων περίπου. Οι αρχαίοι και οι βυζαντινοί κτίστες εκμεταλλεύτηκαν τη βραχώδη τοποθεσία, λαξεύοντας το υπόστρωμα και ενσωματώνοντάς το στα τείχη, συνδυάζοντας τη φυσική με την τεχνητή οχύρωση. Το αρχαίο τείχος ήταν χτισμένο σε φυσικό υπόστρωμα και η ανωδομή του ήταν πλίνθινη. Ένα τμήμα του χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως βάση για την οικοδόμηση του μεσαιωνικού τείχους. Η κεντρική πύλη, η οποία πρέπει να βρισκόταν σε χρήση τόσο κατά την αρχαία όσο και κατά τη μεσαιωνική περίοδο, βρίσκεται στη δυτική πλευρά του κάστρου, αυτή που “βλέπει” προς τα ερείπια του ναού του Διός Καραού. Η οχύρωση ενισχύεται από 15 πύργους, όλους στραμμένους προς τη νότια και τη δυτική πλευρά. Μέσα στον περίβολο των τειχών του βυζαντινού (βόρειου) τομέα σώζονται τα ερείπια τριών ναών: μία τρίκλιτη βασιλική της Αγίας Αικατερίνης ή της Θεοτόκου, ένας σταυροεπίστεγος ναός του 10ου αιώνα και μια μονόχωρη βασιλική. Συναντούμε επίσης θεμέλια κτιρίων ο σκοπός των οποίων μας είναι άγνωστος. Ακριβώς στο κέντρο του νότιου τμήματος της αρχαίας πόλης υπάρχει ένας μικρός ναός της Αγίας Κυριακής. Η ύπαρξη του κάστρου σε συνδυασμό με τα παλαιοχριστιανικά ευρήματα μέσα στα όρια του σύγχρονου Αστακού καταδεικνύει την αδιάλειπτη συνέχεια στην κατοίκηση της περιοχής και σηματοδοτούν τον μεσαιωνικό-βυζαντινό χαρακτήρα της.

Νεοκλασική αρχιτεκτονική
Σε όλο τον Αστακό έχουν χαρακτηριστεί συνολικά 21 διατηρητέες οικίες νεοκλασικής τεχνοτροπίας, εκ των οποίων οι 20 μέσα στην κωμόπολη και μία (συγκρότημα Κατσαμπούρη) στο Πλατυγιάλι. Ωστόσο, οι νεοκλασικού τύπου οικίες είναι περισσότερες. Πολλές από αυτές έχουν όμορφες τοιχογραφίες στο εσωτερικό τους, περίτεχνα διακοσμημένες οροφές και αξιοπρόσεκτες διακοσμητικές λεπτομέρειες. Είναι διώροφες ή τριώροφες και η εσωτερική τους λιθοδομή από αστακιώτικη πέτρα καλύπτεται συνήθως από ένα παχύ στρώμα σοβά. Στα πρότυπα της β΄ περιόδου της ελληνικής νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, οι αστακιώτικες οικίες έχουν ως κυρίαρχο χρώμα την ώχρα. Τα τελευταία χρόνια οι ιδιοκτήτες καταβάλλουν φιλότιμες προσπάθειες για τη συντήρηση και την ανάδειξη των σπιτιών, προσφέροντας ένα όμορφο θέαμα στους επισκέπτες της κωμόπολης.

Άγιος Παντελεήμονας
Ο Άγιος Παντελεήμονας είναι ο κοντινότερος ανατολικός όρμος στον κόλπο του Αστακού. Το απάνεμο αυτό άνοιγμα χρησιμοποιούταν ως ασφαλές αγκυροβόλιο μικρών πλοίων και κατά τον 19ο μ.Χ. αιώνα είχαν χτιστεί εκεί αποθήκες και βυρσοδεψεία ως αποτέλεσμα των εμπορικών δραστηριοτήτων που σχετίζονταν με το βελανίδι.

Στη δυτική πλευρά του όρμου και πάνω σε έναν κωνικό λοφίσκο υπάρχει ένα μικρό φρούριο με έξι ημικυκλικούς πύργους, χτισμένο πιθανόν κατά το τέλος της κλασικής περιόδου προκειμένου να αντιμετωπιστούν πειρατικές επιδρομές.

Το λιμάνι στο Πλατυγιάλι
Το Πλατυγιάλι είναι ένας όρμος στο ανατολικό άνοιγμα του κόλπου του Αστακού. Σήμερα φιλοξενεί το σύγχρονο εμπορικό-διαμετακομιστικό λιμάνι του Αστακού. Κατά τις εργασίες κατασκευής του λιμανιού τη δεκαετία του ’80 βρέθηκε υποθαλάσσιος οικισμός της 3ης π.Χ. χιλιετίας, ο οποίος όμως για χάρη του έργου ξαναθάφτηκε. Δεν έχουμε νεότερα σημάδια κατοίκησης στον όρμο αυτό, μάλλον λόγω της απουσίας πόσιμου νερού. Οι περιηγητές του 19ου αιώνα δεν αναφέρουν την ύπαρξη κάποιου οικισμού (σε αντίθεση με τον διπλανό όρμο του Αγίου Παντελεήμονα), ενώ κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο μικρός αυτός όρμος θα φιλοξενήσει τα πλοία του αγγλικού στόλου.

Στα επόμενα χρόνια χρησίμευσε μόνο ως καταφύγιο παροπλισμένων πλοίων. Το 1984 η ΕΤΒΑ, με χρηματοδότηση από τα Μ.Ο.Π, προσπάθησε να κατασκευάσει στο Πλατυγιάλι Να.Βι.Πε. (Ναυτική Βιομηχανική Περιοχή) με σκοπό να δημιουργηθεί ως διαλυτήριο πλοίων. Η επένδυση θεωρήθηκε ασύμφορη και το 1990 η ΕΤΒΑ αποπειράθηκε να πουλήσει τη Να.Βι.Πε. στην ελβετική C.B.I. με σκοπό την κατασκευή μονάδας καύσης τοξικών αποβλήτων. Οι δύο εταιρείες βρήκαν μπροστά τους την αντίδραση σύσσωμης της τοπικής κοινωνίας και η πώληση απετράπη. Παρόμοια αντίδραση ξεσήκωσε δύο χρόνια αργότερα η προοπτική πώλησης της Να.Βι.Πε. στην ελβετική LYPSA, η οποία θα κατασκεύαζε μονάδα παραγωγής αμόλυβδης βενζίνης. Και αυτή η επένδυση τελικά ματαιώθηκε.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η Να.Βι.Πε. πέρασε στα χέρια της Astakos-Terminal που ανέλαβε τη μετατροπή του Πλατυγιαλιού σε εμπορικό-διαμετακομιστικό λιμάνι. Το 2007 ξεκίνησαν επαφές της Astakos-Terminal με την ιταλική Edison με σκοπό τη δημιουργία μονάδας ηλεκτροπαραγωγής με καύση λιθάνθρακα, όμως η αντίδραση του κόσμου και διάφορα νομικά κωλύματα απέτρεψαν αυτό το ενδεχόμενο.

Η πόλη του Αστακού ήρθε τελευταία στο προσκήνιο με την προβλεπόμενη μεγάλη επένδυση κατασκευής εργοστασίου ηλεκτροπαραγωγής από την κοινοπραξία Astacos PPC σε συνεργασία με το Κατάρ, η οποία τελικά ματαιώθηκε μετά από υπέρμετρες αξιώσεις μιας των εταίρων εταιρειών, όπως ήταν η επίσημη δήλωση.

Το βελανιδοδάσος
Το Βελανιδοδάσος Ξηρομέρου καταλαμβάνει συνολική έκταση 130.000 στρεμμάτων περίπου και είναι το μεγαλύτερο σε έκταση δάσος ήμερης βελανιδιάς στην περιοχή των Βαλκανίων. Βρίσκεται στην δυτική πλευρά του νομού Αιτωλοακαρνανίας και εκτείνεται από την παραλιακή περιοχή των όρμων Αστακού και Πλατυγιαλίου μέχρι τον ποταμό Αχελώο στα ανατολικά και την λίμνη Οζερό στα βορειοανατολικά. Πρόκειται για ένα δημόσιας ιδιοκτησίας δάσος μέσα στο οποίο περιλαμβάνονται και ιδιωτικές εκτάσεις, κυρίως καλλιέργειες και βοσκότοποι. Ο βασικός πυρήνας της περιοχής του δάσους είναι μια γραμμή από λόφους δυτικά και νότια της λίμνης Οζερού η οποία ονομάζεται λοφοσειρά Λιγοβίτσι – Μάνινα.

Κοντινά νησιά
Τα νησιά του Ιονίου, στα ανοικτά της δυτικής ακτής της Ελλάδας, είναι γνωστά για το μαγευτικό τοπίο, τα κρυστάλλινα νερά και τις πανέμορφες αμμώδεις παραλίες .

Λευκάδα
Η Λευκάδα είναι νησί του Ιονίου πελάγους και μαζί με τα νησιά Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ιθάκη, Ζάκυνθος και Παξοί αποτελούν την περιφέρεια Ιονίων Νήσων. Είναι το τέταρτο σε έκταση νησί στο Ιόνιο (320 τ.χλμ.) και το τέταρτο σε πληθυσμό με περίπου 25.000 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης (οι ακτές της βρίσκονται πολύ κοντά μ’ εκείνες της ηπειρωτικής Ελλάδας τις οποίες τις χωρίζει ο ιστορικός πορθμός του Δρεπάνου) συνδέεται με την Αιτωλοακαρνανία με μια πλωτή γέφυρα μήκους περίπου 70 μέτρων. Μαζί με την Εύβοια είναι τα δυο μοναδικά νησιά στην Ελλάδα στα οποία η πρόσβαση γίνεται οδικώς.

Κεφαλονιά
Η Κεφαλονιά είναι το έκτο σε μέγεθος νησί της Ελλάδας, καταλαμβάνοντας έκταση 786 τ.χλμ. Είναι το μεγαλύτερο νησί του Ιονίου, παρόλο που έρχεται δεύτερο σε πληθυσμό με 36.527 κατοίκους (απογραφή 2001). Από το 1757, η πρωτεύουσα του νομού Κεφαλληνίας και Ιθάκης είναι το Αργοστόλι. Η ακτογραμμή, μήκους 254 χλμ., αποκαλύπτει έναν πλούσιο οριζόντιο διαμελισμό. Λωρίδες γης εισχωρούν στη θάλασσα σχηματίζοντας τις χερσονήσους της Παλικής στα δυτικά και της Ερίσου στα βόρεια, ενώ η θάλασσα σχηματίζει ευρείς όρμους και κόλπους.

Τα κυριότερα λιμάνια είναι της Σάμης, απέναντι από την Ιθάκη, και του Αργοστολίου, στα δυτικά, που υπήρξε από την αρχαιότητα στρατηγικής σημασίας φυσική ναυτική βάση. Οι κόλποι του Μύρτου και του Αθέρα στα βόρεια, και των Λουρδάτων και του Κατελειού στα νότια ξεχωρίζουν για τις γοητευτικές παραλίες που προσελκύουν πολλούς επισκέπτες κάθε χρόνο. Αξίζει επίσης να αναφερθούν τα γεωλογικά φαινόμενα του νησιού οι καταβόθρες, το σπήλαιο της Δρογκαράτης και το λιμνοσπήλαιο της Μελισσάνης.

Ιθάκη
Η Ιθάκη βρίσκεται στα νότια της Λευκάδας και στα βορειοανατολικά της Κεφαλονιάς, από την οποία χωρίζεται με τον ομώνυμο πορθμό. Πρωτεύουσά νησιού είναι το Βαθύ. Πρόκειται για επίμηκες νησί με έκταση 96 τ.χλμ και πληθυσμό 3.084 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001. Μαζί με άλλα μικρότερα νησιά αποτελεί την επαρχία Ιθάκης που ανήκει στο νομό Κεφαλληνίας.

Σκορπιός
Ο Σκορπιός είναι νησίδα του Ιονίου που βρίσκεται στα πρόσγεια του νοτίου στομίου του κόλπου Αλέξανδρου της Λευκάδας. Ανήκει στο σύμπλεγμα των Τηλεβοΐδων νήσων και στο σύμπλεγμα των Πριγκιποννήσων. Βόρεια του Σκορπιού βρίσκεται η νησίδα Σκορπίδι και ανήκει διοικητικά στο δήμο Μεγανησίου. To 1963 πωλήθηκε στον Έλληνα εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση. Στη νησίδα αυτή, όπου υφίστανται σήμερα λίγα οικήματα, βρίσκονται οι τάφοι του Αριστοτέλη Ωνάση, του γιου του Αλέξανδρου και της κόρης του Χριστίνας.

Το 2012 Η Αθηνά Ωνάση-Ρουσέλ, εγγονή του Αριστοτέλη, πούλησε το Σκορπίο, σε  σε Ρώσο μεγιστάνα, ο οποίος το έκανε δώρο στην κόρη του για τα γενέθλιά της.

Καστός
Ο Καστός, είναι ένα από τα μικρότερα νησιά του Ιονίου πελάγους. Βρίσκεται σε απόσταση 6 μιλίων από τον Μύτικα Αιτωλοακαρνανίας, το πλησιέστερο λιμάνι προσέγγισης στην Στερεά Ελλάδα, νοτιοανατολικά της Λευκάδας και νότια, σε απόσταση ενός μιλίου, από το νησί του Καλάμου, το οποίο θεωρείται προσάρτημα του.

Ο Καστός είναι η μικρότερη κατοικήσιμη νησίδα των Επτανήσων και προσαρτήθηκε στην Ελλάδα το 1864. Παλαιότερα αποτελούσε μέρος της επαρχίας Ιθάκης του νομού Λευκάδας με πληθυσμό το 1950, τους 285 κατοίκους. Σήμερα ανήκει διοικητικά στο νομό Λευκάδας και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 78 κατοίκους. Όπως και ο γειτονικός Κάλαμος, έτσι και ο Καστός, επικοινωνεί με την ακτή της Αιτωλοακαρνανίας με καΐκια, από και προς το απέναντι χωριό Μύτικα. Κύρια προϊόντα του νησιού είναι τα σιτηρά, τα σταφύλια και το κρασί.

Κάλαμος
Ο Κάλαμος βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το χωριό Μύτικας της Αιτωλοακαρνανίας αλλά παρά την κοντινή του απόσταση ανήκει διοικητικά στο Νομό Λευκάδας μαζί με άλλα μικρά νησιά της περιοχής. Η έκτασή του είναι περίπου 24.964 τ.χλμ. και είναι κυρίως ορεινό, η κορυφή μάλιστα του βουνού που δεσπόζει στο νησί φτάνει τα 745 μ. Η επικοινωνία με την ηπειρωτική χώρα γίνεται με καΐκια που εκτελούν δρομολόγια από και προς τον Μύτικα στην ακτή της Αιτωλοακαρνανίας. Το νησί φημίζεται για τις όμορφες παραλίες του και αρκετοί το επισκέπτονται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, η κοινότητα Καλάμου έχει 543 κατοίκους.

Μεγανήσι
Το Μεγανήσι βρίσκεται μεταξύ Λευκάδας και Αιτωλοακαρνανίας. Είναι το μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος των Πριγκιποννήσων Λευκάδας. Έχει έκταση 22.356 τ. χλμ. και πληθυσμό 1.090 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001. Στο νησί υπάρχουν 3 χωριά, το Κατωμέρι (έδρα του δήμου), το Βαθύ και το Σπαρτοχώρι.

Η πρόσβαση στο νησί γίνεται μόνο από την πλευρά της Λευκάδας. Για το Μεγανήσι υπάρχουν τακτικά δρομολόγια πλοίου από το Νυδρί. Το πλοίο πιάνει και στα δύο λιμάνια του Μεγανησίου, στο Σπαρτοχώρι και στο Βαθύ. Η διάρκεια της διαδρομής δεν υπερβαίνει τα 25 λεπτά.